Γελώντας στην Ανταρκτική

Λένε πως στην Ανταρκτική, η αίσθηση που θα σε κρατήσει ζωντανό δεν είναι η όραση, αλλά η ακοή.
Πόσο μακριά είμαι; Με ακούς;  
Τα βλέφαρά μου έχουν παγώσει και δε μπορώ να σε δω. 
Ακόμα κι αν μπορούσα να σκαρφαλώσω στην ομίχλη.
Αν τραγουδήσω. θα μ' ακούσεις τότε; Θα ξεχωρίσεις το κάλεσμά μου απ' των πουλιών; 
Τι σημασία έχουν οι λέξεις με τέτοια ηχώ;
Το στόμα μου πάγωσε και πρέπει να κρατήσω μέσα μου όση ζεστασιά μπορώ.
Αν ήμουν θεός θα γελούσα.

Γιατί δε γελάω πια;
Όχι με παρέα. Όχι όταν είμαι μαζί σου.
Μόνη μου.

Έχω σταματήσει να βλέπω ταινίες, γιατί είναι πολύ σοβαρές και τις παίρνω στα σοβαρά.
Μόνο παιδικά, και αυτά με σοβαρότητα.

Δε γελάω όταν σκοντάφτω στο δρόμο για την κουζίνα, το πρωί.
Για την ακρίβεια, δεν μου κάνει καμία εντύπωση. 

Εσύ όμως θα γελούσες. Κι εγώ θα γελούσα... πιο μετά.

Ταινίες που έχουμε δει μαζί, τις ξαναβλέπω.
Και ξαφνικά είσαι δίπλα μου. Ξέρω σε ποιες σκηνές θα γέλαγες, και σε ακούω.
Αλλά αντί να γελάω φωναχτά, όπως τότε, ίσα που αλλάζω έκφραση.

Για την ακρίβεια, με έχω πάρει τόσο στα σοβαρά, που όταν βρίσκομαι με παρέα και με κάνουν να γελάω, είμαι πεπεισμένη ότι έχω διχασμένη προσωπικότητα.

Η ζωή μου, ναι. Είναι αστεία. Η καθημερινότητά μου συναπαρτίζεται από τέτοια δυσαρμονία, που αν ήξερες πώς με κουράζει, δε θ' απορούσες γιατί δε γελάω πια.
Για τον άλλον όμως, αποτελεί απλώς μια τραγελαφική κατάσταση, που τον κάνει να νιώθει ασφάλεια, γιατί φυσικά δε συμβαίνει στον ίδιο. Εγώ, λοιπόν, γιατί να γελάσω;

Και αφού δε γελάω, γιατί να τραγουδήσω;

Με ποιο τρόπο να γεμίσω τα κενά στο χωροχρόνο;

Κάποτε οι δυσκολίες έμοιαζαν με παιχνίδι. Συγκεκριμένα, κουτσό.
Στα πλακάκια ζωγραφίζεις τετράγωνα. Εσύ διαλέγεις τον περιορισμό σου.
Πηδάς από πλακάκι σε πλακάκι.

Αργότερα, αρχίζει να κάνει κρύο. Δε σε νοιάζει, όμως, πολύ, γιατί το αίμα σου βράζει ακόμα απ' το παιχνίδι. Μπορείς να προχωρήσεις κι άλλο.
Ωραίο παιχνίδι. Πλάκα έχει.

Τα πλακάκια όμως μετά από λίγο έχουν παγώσει, και συνειδητοποιείς ότι τόσο καιρό χοροπηδάς στο ένα πόδι με κατεύθυνση προς την Ανταρκτική.

Και ό,τι ήταν έδαφος, γίνεται παγωμένο νερό.
Και πηδάς από παγάκι σε παγάκι.

Στο ποτήρι του ποτού ενός άτακτου θεού, τρέχεις να σωθείς προτού καταποθείς.

Λένε πως, στην Ανταρκτική, η αίσθηση που θα σε κρατήσει ζωντανό δεν είναι η όραση, αλλά η ακοή.

Και η σιωπή είναι πιο βαθιά απ' το σκοτάδι.

Σχόλια