Τα πόδια της Μόνα Λίσα


   Ηλιόλουστα ξημέρωσε η Παρασκευή. Ο Αρτίστας άφηνε μισάνοιχτες τις κουρτίνες τη νύχτα. Λίγο φως αρκούσε για να τον σηκώσει απ’ τον ανήσυχο ύπνο του. Ανακάθισε, πήρε το ανθρώπινο κρανίο, αφημένο αποβραδίς στο κομοδίνο, το ψηλάφησε. “Κουράγιο, Αndrea.” Κοίταξε προς το παράθυρο. “Θα είναι οχληρή η μέρα.”
   Εκείνο το πρωί, μονάχα ο κόσμος συσκότιζε τη Φλωρεντία. Τελάληδες, έμποροι, χωρικοί κι επέτες - όλοι έπαιρναν σειρά σε μια αλεπάλληλη αλαλαχή που θύμιζε κάτι απ’ ορδή. Μια γιορτή προς τιμήν του χάους και της κουλτούρας. Στο μυαλό του Αρτίστα, ο καθημερινός εσμός των καθαρμάτων στην αγορά συναρμολογούσε μια παράδοξη συμφωνία. Δεν υπήρχε στάχτη φωτός στα μάτια τους, συλλογίστηκε, διακόπτοντας τον αείρροο συνειρμό του. Πράγματι, αν κάποιος δεισιδαίμων παρακολουθούσε παραδίπλα, θα ήταν πεπεισμένος ότι αυτό το γκρίζο που είχε το βλέμμα τους ήταν, το δίχως άλλο, μεταδοτικό. Έπειτα σταμάτησε σ’ έναν πάγκο. Εμφανίστηκε ένα πιτσιρίκι, θα ‘ταν εφτά, του έδωσε σταφύλια και λίγα δαμάσκηνα.
   Γυαλικά τρεμόπαιζαν και τρία πουλιά φτερούγισαν στο πέρασμά της. Ο Αρτίστας δε δίστασε να γείρει το βλέμμα του προς τη φιγούρα της. Η Lisa del Giocondo, εμφανίσθηκε σαν οιωνός μέσα από τη φωτιά κάποιου μυστικιστικού τελετουργικού. Δεν πέρασε πολλή ώρα μέχρι να ακουστούν καλπάσματα από το βάθος του δρόμου. Χωρίς δισταγμό, γύρισε στον πτηνοτρόφο, πέταξε ένα πουγκί με πέντε σολδία, και έβγαλε ένα δερματόδετο σημειωματάριο. “Άνοιξε το κλουβί, τώρα!” Δίχως χρόνο ν’ αντιδράσει, ο τρομαγμένος έμπορος υπάκουσε στην εντολή του απαιτητικού ξένου. Το πουλί φτερούγισε με φόβο, που όμως δεν παρενέβη στην κατασκευαστική του τελειότητα. Ο πρωινός προβληματισμός του Αρτίστα επιβεβαιώθηκε. Ένας έφιππος αγγελιοφόρος διέσπασε τον όχλο της αγοράς για να μεταφέρει δυσάρεστα νέα στη Φλωρεντία. “Μητέρα Φύση, ποιο είναι το μυστικό σου;” μονολόγησε πάνω από τις πυρετώδεις σημειώσεις του, έπειτα άνοιξε και το διπλανό κλουβί. Λίγο έλειψε, και ο νους του θα χανόταν στην αβάσταχτη οκνηρία της σιωπής.
   Η φιγούρα που τόσο μαγνήτισε την προσοχή του δεν είχε απομακρυνθεί πολύ. Την προσοχή της είχε εφιστήσει ένας φρουρός. Κοιτώντας την επίμονα αλλά με σεβασμό, όπως θα έδειχνε στη θέαση μιας αγγελικής μορφής, ο Αρτίστας σχεδίασε το πορτρέτο της. Μη γνωρίζοντας αν έπρεπε να αναστατωθεί ή να κολακευτεί, η Λίσα χαμογέλασε αμήχανα κι έπειτα κοίταξε χαμηλά. Όταν ο φρουρός έφυγε, ο επίδοξος ζωγράφος πλησίασε το παιδί του οπωροπώλη, του έδωσε το σκίτσο και του ψιθύρισε κάτι στ’ αφτί.
   “Σινιόρα Τζιοκόντο, θα σας πείραζε να μεταφέρετε αυτό το σκίτσο στον άντρα σας; Αν με ρωτήσετε, δεν βρίσκω κανένα λόγο να μην επιθυμεί ένα πορτραίτο σας.” Τα μάτια της έλαμψαν από κολακεία και στράφηκαν προς το μέρος του αρτίστα. Για μια ακόμη φορά ακούστηκε καλπασμός, και η Σινιόρα Τζιοκόντο συνοδεύτηκε από έναν φρουρό μέχρι την άμαξα. Μέχρι να σβήσουν οι καλπασμοί μέσα στη σύγχυση του πλήθους, ο Λεονάρντο είχε ήδη ζωγραφίσει τα πόδια της.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις