Το Όνειρο της Ελπίδας
Mια φορά κι έναν καιρό, ζούσε η Ελπίδα.
Ήταν πριγκίπισσα γιατί έμενε σ’ έναν πύργο.
Κι ήταν η ομορφότερη, η πι’ όμορφη του κόσμου.
Όχι γιατί ήτανε πριγκίπισσα σε πύργο, μα γιατι’ ονειρευότανε όνειρα ονειρεμένα.
Και ήταν όλα πιο λαμπρά, ακόμη, απ’ το φεγγάρι, που κάπου κάπου νόμιζες πως δεύτερο φεγγάρι λάμπει τη νύχτα μέσ’ απ’ το μικρό παράθυρό της.
Ποιος είπε ότι οι πριγκίπισσες δεν είναι, όμως, θλιμμένες;
Στον πύργο αυτό η Ελπίδα μας έμενε μοναχή της.
Την είχε εκεί η μάγισσα, άσχημη, κακιασμένη.
Άσχημη όχι απ’ τη μορφή, απ’ της ψυχής την πίσσα.
Της έφερνε όμως φαγητό και ό,τι άλλο θελήσει. Βιβλία και είδη ραπτικής, για να χειροτεχνήσει. Τις ώρες έτσι να περνά, χωρίς να περπατήσει.
Και όλη τη μέρα η μάγισσα της έκλεβε το φως της, μεμιάς γινόταν όμορφη στο εξωτερικό της.
Η Ελπίδα που ήταν δεκτική, της έδινε τη λάμψη, γιατί είχε τόσα ονειρευτεί, και άλλα τόσα ακόμη.
Και άλλες φορές που ο ύπνος της δεν έλεγε να ‘ρθει, εκείνη τραγουδούσε για να ονειροπολεί.
Μια νύχτα η Μάγισσα άκουσε τον μαγικό σκοπό της, μεμιάς της πήρε τη φωνή, την έκανε δικιά της, και όλα τα ξόρκια τα κακά τάριχνε τραγουδώντας.
Και η Ελπίδα άφωνη, δεν έχει τι να κάνει. Πώς να φωνάξει να σωθεί; Πώς τάχα θα νανουριστεί; Ποιος θα τηνε λυτρώσει;
Κοιμάται λοιπόν κλαίγοντας, μπρος στο παράθυρό της, κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο, στων αστεριών την όψη.
Δεν είχε άλλη δύναμη παρά το όνειρό της, και άσπρο φως απλώθηκε απ’ το μαύρο λήθαργό της.
Το φως της εταξίδεψε, γη κι ουρανούς επίβλεψε, ως και στη θάλασσα έφτασε και έστρωσε το λυγμό της. Μπροστά στη στενοχώρια της κι η θάλασσα γαλήνεψε ν’ ακούσει το σκοπό της.
Τόσο δειλά και ταπεινά τραγούδησε το βιος της, που ο ναυτικός ερίγησε κι έστριψε στην ηχώ της.
Μην είν’ γοργόνα απατηλή, μην είν’ ο θάνατός μου; Τέτοια απαλή, γλυκιά φωνή δεν έχω ματακούσει, που τις φουρτούνες ηρεμεί και φως ολούθε απλώνει.
Δεν ήταν μόνο ο ναυτικός π’ άκουσε την Ελπίδα. Ήτανε κι όλα τα παιδιά που τότε για ύπνο πήγαν. Και να σου ο κόσμος έλαμψε, έγινε άσπρος ξέξασπρος και σπάσανε τα μάγια.
Κι ο πύργος από φυλακή σε καρυδιά βασιλική έδωσε τη μορφή του.
Και η μάγισσα η μοχθηρή χάθηκε μες στη σιωπή χωρίς να πει κουβέντα.
Τώρα η Ελπίδα λεύτερη, στο δάσος περιφέρεται, τραγουδά και χορεύει
Και τα όνειρα μικρών παιδιών, αμύθητο έχει θησαυρό και πάντα προστατεύει.
Γι’ αυτό Μαρία κοιμήσου πια, και μη φοβάσαι τα θεριά που όνειρα γκρεμίζουν.
Όσο στον ύπνο τραγουδάς, και την ελπίδα σου κρατάς σαν υπερδύναμή σου.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου