Το Τέλος των Πάντων
Και να που φτάσαμε στο τέλος πάντων. Η γη είναι πλέον ένας νεκρός πλανήτης. Ο ήλιος βάζει φωτιά σε ό,τι έχει απομείνει. Από ένα μπουμ ξεκίνησε, με μπουμ και θα τελειώσει. Μεγάλη πίκρα, καυστική, έλουσε τον Ηλία. Σε κανέναν γονιό δεν αξίζει να βλέπει το παιδί του να πεθαίνει. Αν όμως κάτσεις και σκεφτείς, ο Κρόνος τι να πει;. Δε βαριέσαι, ζωή να ‘χουμε.
Η Σελήνη, από μακριά, τον έβλεπε και αναστενούσε. Τι να πει κι εκείνη. Κρίμα κι άδικο. Εκείνη το χρέος της το εκτέλεσε. Να μην πατούν μες στα σκατά, να μην τους πιάσει φόβος. Μπροστά τους όλοι βλέπανε στο ολόμαυρο σκοτάδι, μια νύχτα αυτή ξαπόσταινε και όλα γίνονταν κώλος. Να με σχωράτε, δηλαδή, μα την αλήθεια λέω. Ο χρόνος όλα τα μπορεί, και τις πληγές θα γιάνει. Και μετά όλοι τους έβγαζαν τον κανακάρη τους Γιάννη. Κολλήματα που ΄χουν μερικοί. Τέλος πάντων είπαμε, να μην πλατιάζω αιώνια. Η Σελήνη η νεραϊδονονά της Γης της πριγκιπέσσας, γυρνά στον
Ήλιο και μιλά με όλη της τη μπέσα:
Μην χύνεις δάκρυ πατρικό, μην πέφτεις στη μαυρίλα. Το φως σου το αστραφτερό θα λάμψει σάλλο σύμπαν.
Δεν κλαίω για την κόρη μου, δεν κλαίω για το παιδί μου. Για την ηλιθιότητα που δέρνει τους ανθρώπους. Γαμώ τη νοημοσύνη τους, και τον αντίθεό τους.
Μη βρίζεις Χαραλάμπη μου, μη βλαστημάς τους βλάχους, που αλλού διψούν κι αυτοί κοιτούσαν για νερό στον Άρη. Στ’ αρχίδια τους το νόημα της άμοιρης ζωής τους. Κάψτη την έρμη τούτη γη, να γίνει όλη στάχτη. Δεν είχε μέλλον εξαρχής, εκεί μπροστά δεν ήσουν όταν ο Χρόνος έλεγε την προφητεία του Τζίζους;
Ο λόγος σου με κούρασε κι η ποιητική αδεία. Έγινε τόσο έμμετρος που καταντάει αηδία. Κι εμένα μου το κόλλησες κι όλο στιχάκια βγάζω, κι οι ποιητές μου πέθαναν στον πόλεμο των φράγκων.
Οπότε, ναι, θα κλάψω εδώ και όλα θα τα κάψω, να μη θυμάμαι πια ποτέ το αιώνιο τούτο λάθος.
Κι η Σελήνη θυμήθηκε, και δάκρυσε κι αυτή.
Θάψε την κόρη σου τη Γη μέσα στη Μαύρη Τρύπα, μέχρι αυτός να γεννηθεί που θα τη βρει τη λύση, και σύμπαν θα συνομωτεί για να βγει από κει μέσα, και όλα θα είναι ρόδινα επάνω στον πλανήτη.
Και έτσι θάφτηκε η Γη, το τωρινό μας σπίτι, γι’ αυτό μαλάκα πρόσεχε μην βρεις αυτήν την τύχη.
Κάθε λεπτό είναι χρυσό και δώρο από το Χρόνο, τελειώσαν οι υπερήρωες, χαράζεις νέο δρόμο.
Για να μην παρεξηγηθώ, εγώ δεν είμαι και θεός, μα αφανής αφηγητής, ασήμαντος και αμαθής.
Δεν θέλει και πολύ κλικ-κλικ για να προβλέψεις τούτο, το παραμύθι το μικρό, το ριζικό ετούτο.
Ώρα καλή στην πρύμνη σας κι αέρα στα βρακιά σας, γιατί όλα στ’ αρχίδια σας τα γράφετε και γεια σας.
Η Σελήνη, από μακριά, τον έβλεπε και αναστενούσε. Τι να πει κι εκείνη. Κρίμα κι άδικο. Εκείνη το χρέος της το εκτέλεσε. Να μην πατούν μες στα σκατά, να μην τους πιάσει φόβος. Μπροστά τους όλοι βλέπανε στο ολόμαυρο σκοτάδι, μια νύχτα αυτή ξαπόσταινε και όλα γίνονταν κώλος. Να με σχωράτε, δηλαδή, μα την αλήθεια λέω. Ο χρόνος όλα τα μπορεί, και τις πληγές θα γιάνει. Και μετά όλοι τους έβγαζαν τον κανακάρη τους Γιάννη. Κολλήματα που ΄χουν μερικοί. Τέλος πάντων είπαμε, να μην πλατιάζω αιώνια. Η Σελήνη η νεραϊδονονά της Γης της πριγκιπέσσας, γυρνά στον
Ήλιο και μιλά με όλη της τη μπέσα:
Μην χύνεις δάκρυ πατρικό, μην πέφτεις στη μαυρίλα. Το φως σου το αστραφτερό θα λάμψει σάλλο σύμπαν.
Δεν κλαίω για την κόρη μου, δεν κλαίω για το παιδί μου. Για την ηλιθιότητα που δέρνει τους ανθρώπους. Γαμώ τη νοημοσύνη τους, και τον αντίθεό τους.
Μη βρίζεις Χαραλάμπη μου, μη βλαστημάς τους βλάχους, που αλλού διψούν κι αυτοί κοιτούσαν για νερό στον Άρη. Στ’ αρχίδια τους το νόημα της άμοιρης ζωής τους. Κάψτη την έρμη τούτη γη, να γίνει όλη στάχτη. Δεν είχε μέλλον εξαρχής, εκεί μπροστά δεν ήσουν όταν ο Χρόνος έλεγε την προφητεία του Τζίζους;
Ο λόγος σου με κούρασε κι η ποιητική αδεία. Έγινε τόσο έμμετρος που καταντάει αηδία. Κι εμένα μου το κόλλησες κι όλο στιχάκια βγάζω, κι οι ποιητές μου πέθαναν στον πόλεμο των φράγκων.
Οπότε, ναι, θα κλάψω εδώ και όλα θα τα κάψω, να μη θυμάμαι πια ποτέ το αιώνιο τούτο λάθος.
Κι η Σελήνη θυμήθηκε, και δάκρυσε κι αυτή.
Θάψε την κόρη σου τη Γη μέσα στη Μαύρη Τρύπα, μέχρι αυτός να γεννηθεί που θα τη βρει τη λύση, και σύμπαν θα συνομωτεί για να βγει από κει μέσα, και όλα θα είναι ρόδινα επάνω στον πλανήτη.
Και έτσι θάφτηκε η Γη, το τωρινό μας σπίτι, γι’ αυτό μαλάκα πρόσεχε μην βρεις αυτήν την τύχη.
Κάθε λεπτό είναι χρυσό και δώρο από το Χρόνο, τελειώσαν οι υπερήρωες, χαράζεις νέο δρόμο.
Για να μην παρεξηγηθώ, εγώ δεν είμαι και θεός, μα αφανής αφηγητής, ασήμαντος και αμαθής.
Δεν θέλει και πολύ κλικ-κλικ για να προβλέψεις τούτο, το παραμύθι το μικρό, το ριζικό ετούτο.
Ώρα καλή στην πρύμνη σας κι αέρα στα βρακιά σας, γιατί όλα στ’ αρχίδια σας τα γράφετε και γεια σας.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου